ρωμάντζα

και ρωμάντσα, η, Ν
βλ. ρομάντζα.

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • ρομάντζα — και ρομάντσα και ρομάνς και ρωμάντζα και ρωμάντσα, η, Ν 1. μουσ. α) παλαιό ισπανικό λαϊκό τραγούδι αφηγηματικού χαρακτήρα β) συνοδευμένη μελωδία με απλό συγκινητικό ύφος που άνθισε στη Γαλλία στα τέλη τού 18ου αιώνα γ) ενόργανη σύνθεση… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.